ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Θεωρώ απαραίτητο πριν αναφερθώ σε εξειδικευμένα θέματα που απασχολούν τον αμπελουργό και την αμπελουργία , να κάνω γνωστό ότι το εγχείρημά μου αυτό δεν αποσκοπεί σε κάποιο προσωπικό όφελος ούτε υποκρύπτει το σύνηθες φαινόμενο της επιδίωξης ματαιοδοξίας σπουδαιότητας.

Μπορεί άλλωστε η ιδιότητα και μόνο ενός αμπελουργού, χωρίς άγνοια ή αφέλεια να επεδίωκε κάτι παρόμοιο. Άλλοι λοιπόν είναι οι λόγοι που πήρα αυτήν την απόφαση.

Πρώτος και κύριος λόγος είναι ότι τελευταία όλοι δέχονται ότι κύριος συντελεστής και προϋπόθεση για ποιοτικό και υγιεινό κρασί είναι το αμπέλι και ο αμπελουργός. Ο όρος terroir που τελευταία έχει υιοθετηθεί και από το ελληνικό οινικό λεξιλόγιο ,σαν βασικός ποιοτικός παράγοντας κρασιού , περιλαμβάνει το έδαφος, το κλίμα και τον αμπελουργό, αν και τελευταία η ιεράρχηση αυτή θέλει τον αμπελουργό στην πρώτη θέση.

Δεύτερος λόγος της απόφασής μου αυτής είναι η αμπελοοινική επανάσταση που παρουσιάζεται στην Ελλάδα, η οποία ψάχνει και αναζητά όλο και περισσότερες πληροφορίες από όπου κι αν προέρχονται για να συνεχίσει προς τον επιδιωκόμενο στόχο ,που είναι η παραγωγή μεγάλων κρασιών και η καθιέρωσή τους ευρύτερα στην παγκόσμια αγορά στην οποία όλοι ζούμε και με δέος αντιμετωπίζουμε.

Στην Ελλάδα είχαμε και έχουμε τους δυο συντελεστές του terroir: τα εδάφη με τα μικροκλίματα και κυρίως την πολιτισμική κληρονομιά η οποία προσδίδει στο κρασί μας την άυλη διάσταση. Εκείνο που λείπει είναι οι αμπελουργοί με σύγχρονη γνώση, κτισμένη πάνω στις πλούσιες παραδοσιακές παρατηρήσεις και κυρίως ο αυτοσεβασμός στο επάγγελμά τους.

Τρίτος λόγος είναι η παρότρυνση πάρα πολλών ανθρώπων που ασχολούνται με το αμπέλι και το κρασί, πολύ δε περισσότερο , οινόφιλων, ακόμα και οικολόγων, οι οποίοι αντέτειναν σε ένα ανθρώπινο δίλλημά μου, με διακριτική ευγένεια, ότι δεν μπορεί να αποσιωπούνται γνώσεις και παρατηρήσεις μιας ζωής, σε όσους τουλάχιστον τις χρειάζονται. Διέκρινα δε μια έμμεση πλην εμφανή σκέψη τους , ότι μπορεί εγωιστικά ή ακόμα και ανταγωνιστικά να αντιμετωπίζω το όλο θέμα. Η «πρόκληση » αυτή δεν μπορούσε να αποσιωπάται συνέχεια, έπρεπε να έχει την πρέπουσα απάντηση, η δε « ευθύνη » όλη δική τους.

Το ένα μέρος της πρόκλησης ας πούμε ότι το δικαιολόγησα. Το δίλλημα όμως που προανέφερα , αποτέλεσε άλλο ένα σημαντικό λόγο, ο φόβος δηλαδή μήπως θεωρηθεί ως δική μου πρόκληση προς την Θεωρητική Γεωπονική επιστήμη. Θέλω εδώ να εκφράσω την απεριόριστη εκτίμησή μου σ’αυτήν από την οποία άντλησα πάρα πολλές γνώσεις μέσω των έγκυρων συγγραμμάτων αξιόλογων καθηγητών, ελλήνων και ξένων, όπως του καθηγητή κ. Νταβίδη και άλλων.

Επίσης δεν παραλείπω να εκφράσω την εκτίμηση μου σε πάρα πολλούς διακεκριμένους γεωπόνους που είχα την τιμή να συνεργαστώ μαζί τους όπως τους κυρίους Ν. Καραντώνη , Σπύρο Μαυραγάνη κ.ά. Οι γνώσεις αυτές αποτέλεσαν για μένα εργαλεία σκέψης στην καθημερινή παρατήρηση μέσα στο αμπέλι ,που οδήγησαν σε ανάλογες προσαρμογές , χάριν μιας βιολογικής ισορροπίας , η οποία πρέπει να αποτελεί τον κυρίαρχο στόχο.

Αν ξεκινήσει κανείς από το δεδομένο ότι μια θεωρία διετυπώθη από ένα σοφό καθηγητή της Γεωπονικής επιστήμης σε ένα ορισμένο χρόνο και τόπο μετά από πειραματική έρευνα θα διαπιστώσουμε ότι την επομένη τίποτα ή ελάχιστα είναι όμοια ως δεδομένα.

Αναφέρω εδώ τις διαφορετικές εδαφικές συστάσεις, τις διαφορετικές κλιματολο- γικές συνθήκες και τα μικροκλίματα ,τα υψόμετρα , τις ποικιλίες αμπέλου, την ηλικία των φυτών ,τις φυτονόσους , τις βροχοπτώσεις και κυρίως τους ποιοτικούς και υγιεινούς στόχους του τελικού προϊόντος , σεβόμενοι τις μη στατικές αλλά συνεχώς διαμορφούμενες κοινωνικές συνθήκες στην αγορά ,στους ανθρώπους που τελικά απευθυνόμαστε , σεβόμενοι μια ανταποδοτική σχέση μαζί τους , που να βασίζεται σε αξίες του προϊόντος και όχι στις τιμές μιας ανταγωνιστικής σκέψης. Όλα τα πιο πάνω ελπίζω να αποκατέστη- σαν την πραγματική μου επιθυμία μετάδοσης ειδικών γνώσεων, αν μη τι άλλο « για την πατρίδα ρε γαμώτο» που ακόμα πάσχει.

Θανάσης Παπαϊωάννου.